Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τα επιχειρηματικά οικονομικά αδιέξοδα στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο

Στο σημερινό ασταθές και αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον, πολλές επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους προκειμένου να επιβιώσουν και να ορθοποδήσουν, αποφεύγοντας το λουκέτο και τη χρεοκοπία. Τα οικονομικά αδιέξοδα και οι τρόποι αντιμετώπισής τους ενέπνευσαν πολλές φορές τους σεναριογράφους του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες αναδεικνύονται σωστές και αποτελεσματικές πρακτικές οι οποίες εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις προκειμένου να βγουν από τα αδιέξοδα που προκλήθηκαν είτε από τη γενικότερη οικονομική κρίση, είτε από την εμφάνιση φαινομένων παρανομίας και διαφθοράς στο εσωτερικό τους περιβάλλον. Πολλές από αυτές τις πρακτικές όπως η ορθολογική διαχείριση των οικονομικών, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, οι τεχνικές πωλήσεων και οι στρατηγικές μάρκετινγκ, οι επενδύσεις και οι καινοτομίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση για τους σύγχρονους επιχειρηματίες.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος και ο Γιάννης Γκιωνάκης στη φάρσα «Πράκτορες 005 εναντίον Χρυσοπόδαρου» (1965) αλλά και η Αλίκη Βουγιουκλάκη στη μουσική κωμωδία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» (1966) ακολουθούν έναν τρόπο διοίκησης θεωρώντας τον άνθρωπο ως τον σπουδαιότερο συντελεστή παραγωγής. Αναπτύσσοντας σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους εργαζόμενους και ικανοποιώντας τις κοινωνικές και ψυχολογικές τους ανάγκες, επιτυγχάνουν την αύξηση της παραγωγικότητάς τους με συνεπακόλουθα οφέλη για την επιχείρηση.
Στις ταινίες «Ό κακός, ο ψυχρός και ο ανάποδος» (1969) και «Έξω οι κλέφτες» (1961), ο Κώστας Χατζηχρήστος και ο Ορέστης Μακρής αναλαμβάνοντας τα ηνία των επιχειρήσεων των αδελφών τους, προβαίνουν σε ορθολογική διαχείριση των οικονομικών πόρων, θέτοντας τέλος στις σπατάλες και τις παράνομες δραστηριότητες. Καθοδηγούμενοι από την τιμιότητα και την εργατικότητά τους, καταφέρνουν να επαναφέρουν τις επιχειρήσεις τους στη βιωσιμότητα και την κερδοφορία.
Η αποτελεσματική επικοινωνία και η άρτια εξυπηρέτηση του πελάτη παρουσιάζονται (ενίοτε λίγο υπερβολικά) ως επιχειρηματικές πρακτικές στις ταινίες. Οι γλυκομίλητοι και εξυπηρετικοί Βασίλης Αυλωνίτης και Κώστας Χατζηχρήστος στις ταινίες «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» (1958) και «Ο απίθανος» (1970), ως ανθοπώλης και υπάλληλος αντίστοιχα, πείθουν με επιτυχία τους πελάτες για την αγορά  του προϊόντος τους.
Μία πρακτική πωλήσεων που εμφανίζεται συχνά στα σενάρια των ταινιών είναι η αποστολή εξωτερικών πωλητών με σκοπό είτε να διαφημίσουν την υπηρεσία είτε να δειγματίσουν και πουλήσουν το εμπόρευμα. Σε σχετικούς ρόλους προσέλκυσης πελατών παρακολουθούμε τον Θανάση Βέγγο (ως υπάλληλο εξοχικού κέντρου ή ξενοδοχείου) στις κωμωδίες «Μην είδατε τον Παναή» (1962) και «Τρελός παλαβός και Βέγγος» (1968) και τον Γιώργο Κωνσταντίνου (ως καθηγητή αγγλικών και κατ’ ανάγκη εργαζόμενο σε καμπαρέ) στην ταινία «Καλώς ήλθε το δολάριο» (1967). Επίσης, θαυμάζουμε τον Ντίνο Ηλιόπουλο στην ταινία «Τρεις κούκλες κι εγώ» (1960) στο ρόλο του λογιστή που στέλνεται σε κοσμικό νησί για να πουλήσει τα φορέματα του σχεδόν χρεοκοπημένου οίκου μόδας στον οποίον εργάζεται.
Η επέκταση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης αποτέλεσε, επίσης, μια εναλλακτική λύση. Η εξασφάλιση της αποκλειστικής αντιπροσωπείας ενός προϊόντος που θα επιφέρει κέρδος ήταν αυτό που προσπαθούν να αποκτήσουν ο Κώστας Βουτσάς και ο Νίκος Ρίζος στην ταινία «Ο αισιόδοξος» (1973) και ο Θανάσης Βέγγος στην κωμωδία «Ποιος Θανάσης» (1969).
Τα σενάρια καταγράφουν και την πλέον διαδεδομένη εμπορική πρακτική, την πώληση με δόσεις. Οι δόσεις είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση των εμπορικών καταστημάτων αλλά και των πλανόδιων μικροπωλητών που λυγίζουν από το βάρος των υπερβολικών χρεών των πελατών. Με δόσεις πωλούν τα οικόπεδά τους οι Σωτήρης Μουστάκας και Κώστας Χατζηχρήστος στην ταινία «Φως, νερό, τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις» (1966), ενώ κάτι αντίστοιχο κάνει με το εμπόρευμά της η Γεωργία Βασιλειάδου στη φαρσοκωμωδία «Η δοσατζού» (1966). Τα προϊόντα πωλούνται με πίστωση (το γνωστό βερεσέ) ή με τη χρήση γραμματίων, μια πρακτική που δεν περιορίζεται μόνο στους πελάτες αλλά και στους προμηθευτές, όπως παρουσιάζεται στην ταινία «Ο ζηλιαρόγατος» (1956) με τον σαπουνοβιομήχανο Βασίλη Λογοθετίδη.
Οι ταινίες προβάλλουν κι άλλες πρακτικές επιχειρηματικής δράσης όπως η προσέλκυση επενδυτών («Το έξυπνο πουλί», 1961) ή η αναζήτηση χρηματοδότησης με δάνειο με στόχο την αποφυγή της χρεοκοπίας («Να ζει κανείς ή να μη ζει», 1966) κ.α. Τα σενάρια των ελληνικών ταινιών, όμως, περιέχουν ευφάνταστους τρόπους που εφευρίσκουν οι κινηματογραφικοί ήρωες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα (π.χ. προικοθηρία, υποδυόμενος τον τρελό ή τον πεθαμένο) ή πρακτικές που είναι στα όρια της παρανομίας και της παραοικονομίας (π.χ. φοροδιαφυγή - διπλά βιβλία, κομπίνες). Οι συγκεκριμένες μορφές παράνομης επιχειρηματικότητας αποδοκιμάζονται με σατιρική διάθεση από τους σεναριογράφους και φυσικά δε μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση.
Προβάλλοντας διάφορες όψεις του επιχειρείν, ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος μπορεί να συμβάλλει στην ανάδειξη και εφαρμογή συγκεκριμένων πρακτικών αλλά και να λειτουργήσει ως μία μέθοδος μάθησης μέσω της ψυχαγωγίας τόσο για τους εν ενεργεία όσο και για τους εν δυνάμει επιχειρηματίες.

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο για θέματα επιχειρήσεων και οικονομίας www.epixeiro.gr
** Το θέμα του παρόντος κειμένου είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο «Δουλειές με φούντες» της κ. Αγγελικής Μυλωνάκη, διδάκτορος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία  ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθειά της.
Γιώργος Καμαρινός